Δέσποινα Παπαδημητρίου, Ριζοσπαστισμός. Η έννοια, Επιστήμη και Κοινωνία: Επιθεώρηση Πολιτικής και Ηθικής Θεωρίας, 35|2017, 9-33


Η λέξη ριζοσπαστισμός και το επίθετο ριζοσπαστικός εγγράφεται στο πλαίσιο των σημασιών της εκάστοτε εθνικής ιστορίας για να δηλώσει την δυναμική ενός κινήματος-κόμματος ή μιας ιδεολογίας που αμφισβητεί την moderatio του συστήματος στο οποίο ανήκει, ειδικότερα τους ισχύοντες κανόνες και το μέτρο που καθορίζει τα όρια των πράξεων. Η έννοια εξηγεί και περιγράφει χωρίς όμως να καθορίζει το πεδίο των σημασιών. Εκτός από τις ονομασίες των ριζοσπαστικών κομμάτων που αποτελούν και ιστορικές έννοιες, και το παράγωγο ριζοσπαστικοποίηση, οι λέξεις που πλαισιώνουν το σημαίνον ριζοσπαστικός χρησιμοποιούνται παράλληλα με άλλους συγγενείς και συμπληρωματικούς όρους (όπως η ultra-droite  της δεκαετίας του 1930 στη Γαλλία). Οι εποχές των επαναστάσεων, των φασισμών, των ολοκληρωτισμών ή των άκρων  θεσμοθετούν τον λόγο και διαμορφώνουν τις χρήσεις του εντός της σημασιολογικής συνθήκης που ορίζουν οι έννοιες αυτές. Στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αι. όμως σημειώνεται μια τομή στη χρήση της λέξης και στον επαναπροσδιορισμό των σημασιών της, όταν οι νέες εμπειρίες που γεννιώνται με την εμφάνιση των νέων ριζοσπαστικοτήτων συντελούν στη δημιουργία ενός σημασιολογικού πεδίου που οικοδομεί νέες κατηγορίες ανάλυσης.

Ακολουθήστε το ΕΚΤ: